Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γιατί οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται... αναλύει ο Γκρέιμπερ




Απόψεις διάφορες, απόψεις σύμφωνες μεταξύ τους αλλά και αντικρουόμενες... Ερωτηματικά... Τι ονομάζουμε σήμερα κοινωνική δικαιοσύνη και τι περιθώρια υπάρχουν για μια κοινωνική ηθική και ισότητα των πολιτών, από το το κράτος;   
Πόσο αντέχει ο σύγχρονος άνθρωπος της κατανάλωσης και της άχρηστης πληροφορίας το μαστίγωμα μιας μοιραίας και αυτοτροφοδοτούμενης λιτότητας; 
Υπάρχουν ακόμα ομάδες που είναι έτοιμες να παλέψουν για να υπερασπιστούν τα δικαιώματα και τη ζωή τους;  
Μήπως ο ''διαδικτυακός'' άνθρωπος, που συνήθισε να εξεγείρεται μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, καίει την ενέργειά του, εκτονώνει την οργή του και αυτό του φτάνει;

Από την άλλη... Γενιές πολιτικής χειραγώγησης μετέτρεψαν την αίσθηση αλληλεγγύης σε μάστιγα. Η φροντίδα μας έγινε όπλο εναντίον μας.
Ο Ντέιβιντ Γκρέμπερ μας ξεδιπλώνει τη σκέψη του... 
David Graeber

«Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω, είναι το γιατί οι άνθρωποι δεν εξεγείρονται στους δρόμους;». Αυτή είναι τη φράση πού ακούω αρκετά συχνά από ανθρώπους με ισχυρό υπόβαθρο. 
Υπάρχει ένα είδος δυσπιστίας. 
«Στην τελική», φαίνεται να εννοούν, «ουρλιάζουμε για το φονικό όταν κάποιος απειλήσει έστω και λίγο τις φοροαπαλλαγές μας. 
Αν κάποιος απειλούσε την πρόσβασή μου στα τρόφιμα ή στη στέγη, σίγουρα θα έκαιγα τράπεζες και θα εισέβαλα στο κοινοβούλιο. Τι έχουν πάθει αυτοί οι άνθρωποι;» 

Αυτή είναι μια καλή ερώτηση. Ο οποιοσδήποτε θα σκεφτόταν ότι μια κυβέρνηση που έχει προκαλέσει τέτοιο πόνο σε αυτούς που έχουν τα λιγότερα αποθέματα για ν’ αντισταθούν, χωρίς καν να αλλάξει τον τρόπο λειτουργίας της οικονομίας, θα ρίσκαρε την πολιτική της αυτοκτονία. 
Αντ’ αυτού, η βασική λογική της λιτότητας έχει γίνει αποδεκτή απ’ όλους. 

Γιατί; 
Γιατί πολιτικοί που υπόσχονται συνεχή πόνο κερδίζουν τη συναίνεση της εργατικής τάξης, αν όχι την υποστήριξή της; 

Πάμε να το θεωριτικοποιήσουμε... να το αναλύσουμε. 
Νομίζω ότι η ίδια η δυσπιστία  με την οποία ξεκίνησα δίνει μια απάντηση. Οι άνθρωποι της εργατικής τάξης μπορεί να είναι, όπως συνεχώς μας υπενθυμίζεται, λιγότερο σχολαστικοί σε ζητήματα νομικής φύσης ή ιδιοκτησίας από τους «καλύτερούς» τους, αλλά είναι επίσης πολύ λιγότερο εμμονικοί με τον εαυτό τους. Νοιάζονται περισσότερο για τους φίλους τους, τις οικογένειες και τις κοινότητες. Συνολικά, τουλάχιστον, είναι καλύτεροι/ευγενικότεροι. 

Ως ένα βαθμό αυτό φαίνεται ν' αντανακλά έναν παγκόσμιο κοινωνιολογικό νόμο. 

Οι φεμινίστριες έχουν εδώ και καιρό επισημάνει ότι αυτοί που βρίσκονται στον πάτο του εκάστοτε άνισου κοινωνικού πλαισίου τείνουν να σκέφτονται, και άρα να νοιάζονται, γι’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή περισσότερο απ’ ό,τι αυτοί στην κορυφή σκέφτονται, ή νοιάζονται, για τους πρώτους. 
Οι γυναίκες σε όλα τα μέρη της Γης τείνουν να σκέφτονται και να γνωρίζουν περισσότερα για τις ζωές των αντρών απ’ ό,τι οι άντρες γι’ αυτές των γυναικών, όπως ακριβώς και οι μαύροι άνθρωποι γνωρίζουν περισσότερα για τις ζωές των λευκών, οι υπάλληλοι για τις ζωές των εργοδοτών και οι φτωχοί για τις ζωές των πλουσίων. 

Και επειδή οι άνθρωποι είναι συμπονετικά πλάσματα, η γνώση οδηγεί στη συμπόνια. 

Οι πλούσιοι και ισχυροί, εν τω μεταξύ, μπορούν να παραμένουν ανυποψίαστοι και αδιάφοροι, επειδή έχουν τα υλικά εφόδια για να το κάνουν. Πολυάριθμες ψυχολογικές μελέτες έχουν πρόσφατα επιβεβαιώσει αυτό το γεγονός. Όσοι έχουν γεννηθεί σε εργατικές οικογένειες τα πάνε πολύ καλύτερα στα τεστ εκτίμησης των συναισθημάτων των άλλων απ’ ό,τι οι γόνοι των πλουσίων ή των επαγγελματικών τάξεων. 
Κατά κάποιον τρόπο αυτό δεν μας εκπλήσσει και πολύ. Σε γενικές γραμμές το να είσαι «ισχυρός» σημαίνει να μη χρειάζεται να δώσεις και πολλή προσοχή σε αυτά που σκέφτονται ή αισθάνονται οι γύρω σου. Ο ισχυρός προσλαμβάνει άλλους να το κάνουν αυτό για τον ίδιο. 
Και ποιούς προσλαμβάνουν;  Κυρίως παιδιά της εργατικής τάξης. Εδώ πιστεύω ότι τείνουμε να είμαστε τόσο τυφλωμένοι από μια εμμονή (τολμώ να πω ρομαντικοποίηση) με την εργασία σε εργοστάσιο ως παράδειγμα «αληθινής εργασίας», που έχουμε ξεχάσει από τι κυρίως αποτελείται η ανθρώπινη εργασία. 

Ακόμα και στις μέρες του Καρλ Μάρξ ή του Τσάρλς Ντίκενς, οι εργατικές γειτονιές στέγαζαν πολλούς παραπάνω λούστρους, οδοκαθαριστές, μάγειρες, νοσοκόμες, υπηρέτριες, ταξιτζήδες, δασκάλους, πόρνες και πλανόδιους μανάβηδες από ό,τι εργαζόμενους σε ανθρακωρυχεία, εργοστάσια κλωστοϋφαντουργίας ή χυτήρια σιδήρου.

Ακόμα περισσότερο σήμερα. Αυτό που αρχετυπικά θεωρούμε γυναικεία δουλειά -την ανατροφή ανθρώπων, την εξυπηρέτηση των θέλω και των αναγκών τους, την επιβεβαίωση, το να περιμένεις να δεις τι θέλει το αφεντικό ή τι σκέφτεται, για να μην αναφέρουμε τη φροντίδα, την παρακολούθηση, τη συντήρηση των φυτών, των ζώων, των μηχανών και άλλων αντικειμένων- αντιστοιχεί σε ένα πολύ μεγαλύτερο κομμάτι της εργασίας των ανθρώπων της εργατικής τάξης απ’ ό,τι η δουλειά με το σφυρί, το σκαρπέλο, τον ανυψωτήρα, το δρεπάνι. 

Αυτό αληθεύει  όχι μόνο γιατί τα περισσότερα μέλη της εργατικής τάξης είναι γυναίκες (αφού οι περισσότεροι άνθρωποι γενικά είναι γυναίκες), αλλά επειδή έχουμε μια διαστρεβλωμένη άποψη ακόμα και γι’ αυτά που κάνουν οι άντρες. Όπως οι απεργοί του μετρό έπρεπε πρόσφατα να εξηγήσουν στους αγανακτισμένους επιβάτες ότι «οι ακυρωτές εισιτηρίων» δεν περνούν τον περισσότερο χρόνο τους ακυρώνοντας εισιτήρια αλλά εξηγώντας πράγματα, διορθώνοντας άλλα, βρίσκοντας χαμένα παιδάκια και προσέχοντας τους γέρους, τους αρρώστους και τους μπερδεμένους. 

Αν το καλοσκεφτείς, αυτό δεν είναι βασικά η Ζωή; 

Τα ανθρώπινα όντα είναι projects αμοιβαίας δημιουργίας. Η περισσότερη δουλειά που κάνουμε είναι ο ένας για τον άλλον. Οι εργατικές τάξεις απλά έχουν ένα μη αναλογικό μερίδιο. Είναι οι τάξεις που φροντίζουν για τους άλλους - και πάντα αυτό έκαναν. Είναι απλά η ακατάπαυστη δαιμονοποίηση που κατευθύνεται στους φτωχούς από εκείνους που κερδίζουν από την εργασία-φροντίδα τους, κάτι που είναι δύσκολο να το αναγνωρίσουμε σε ένα δημόσιο φόρουμ όπως αυτό. 

Ως παιδί εργατικής οικογένειας, μπορώ να επιβεβαιώσω ότι αυτό ήταν που καμαρώναμε. 

Μας έλεγαν συνέχεια ότι η δουλειά είναι μια αρετή από μόνη της -φτιάχνει χαρακτήρα ή κάτι τέτοια-, αλλά κανείς δεν το πίστευε. 

Οι περισσότεροι από εμάς νιώθαμε ότι το καλύτερο με τη δουλειά είναι να την αποφεύγεις, εκτός αν ωφελούσε άλλους. Αλλά για τη δουλειά που όντως ωφελούσε, είτε αυτό σήμαινε να χτίζεις γέφυρες είτε να αδειάζεις «πάπιες», μπορούσες να είσαι δικαίως υπερήφανος. 

Και υπήρχε και κάτι άλλο για το οποίο ήμασταν σίγουρα υπερήφανοι: ήμασταν άνθρωποι που φροντίζαμε ο ένας τον άλλον. Αυτό μας ξεχώριζε από τους πλούσιους, οι οποίοι με το ζόρι μπορούσαν τις μισές φορές να καταφέρουν να φροντίσουν τα ίδια τους τα παιδιά. 

Υπάρχει λόγος που η απόλυτη αστική αρετή είναι η ''Λιτότητα'', και η απόλυτη αρετή της εργατικής τάξης είναι η ''Αλληλεγγύη''. 

Ωστόσο αυτό είναι ακριβώς και το σχοινί απ’ το οποίο αυτή η τάξη βρίσκεται κρεμασμένη. Υπήρχε μια εποχή που το να νοιάζεσαι για την κοινότητα κάποιου σήμαινε να αγωνίζεσαι για την ίδια την εργατική τάξη. Πίσω σ’ εκείνες τις μέρες συνηθίζαμε να μιλάμε για «κοινωνική πρόοδο». 
Σήμερα βλέπουμε τα αποτελέσματα ενός αμείλικτου πολέμου ενάντια στην ίδια την ιδέα της εργατικής πολιτικής ή της εργατικής κοινότητας. Αυτό έχει αφήσει τους περισσότερους εργαζόμενους με ελάχιστους τρόπους έκφρασης της φροντίδας, εκτός από το να την κατευθύνουν προς μια κατασκευασμένη αφαίρεση: «τα εγγόνια μας», «το έθνος»... 

Ως αποτέλεσμα, όλα έχουν αναιρεθεί. 

Γενιές πολιτικής χειραγώγησης τελικά μετέτρεψαν εκείνη την αίσθηση αλληλεγγύης σε μάστιγα. Η φροντίδα μας έγινε όπλο εναντίον μας. Κι έτσι είναι πιθανό να παραμείνει η κατάσταση, μέχρι η Αριστερά, η οποία υποστηρίζει ότι μιλάει υπέρ των εργατών, να αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά και στρατηγικά από τι αποτελείται ουσιαστικά η εργασία και τι θεωρούν αυτοί που εργάζονται ότι είναι πιο «υψηλό» σε αυτή. 
__________________________________________________________ 
Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στον Guardian. Mετάφραση από τον Athenzboyz 


* Η φωτό της ανάρτησης:  Γαλλία Απρίλιος 2016. Σοβαρά επεισόδια στο κέντρο της Γαλλικής πρωτεύουσας με χιλιάδες διαδηλωτές να δέχονται όγκο δακρυγόνων και χημικών από τις αστυνομικές δυνάμεις που επιχείρησαν να διαλύσουν μια ακόμη μαζική συγκέντρωση διαμαρτυρίας με αίτημα την άμεση απόσυρση νομοσχεδίου που προβλέπει την περιστολή των εργασιακών δικαιωμάτων - Τα ξένα δίκτυα αναφέρουν τουλάχιστον 22 τραυματίες, οι έξι εκ των οποίων σοβαρά


* David Graeber, Αμερικανός ανθρωπολόγος, συγγραφέας και αναρχικός, με πλούσια ακαδημαϊκή καριέρα. Συμμετέχει ενεργά σε πράξεις κοινωνικού και πολιτικού ακτιβισμού. 

Πρωτοστάτησε στις διαδηλώσεις εναντίον του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ (Νέα Υόρκη, 2002) και στη δημιουργία του κινήματος Occupy Wall Street (2011). 

Τα κείμενά του δημοσιεύονται στα μεγαλύτερα έντυπα του δυτικού κόσμου όπως στον Guardian και στους NY Times.

     Βιβλιογραφία:

. Απόσπασμα μιας αναρχικής ανθρωπολογίας 2004
. Χρέος, Τα πρώτα 5.000 χρόνια 2011


. Το Δημοκρατικό σχέδιο 2013
__________________________________________________
____________________________________________________


Το φωτογραφικό υλικό που ακολουθεί είναι από τον Φεβρουάριο του 2015... όταν πιστέψαμε σαν αθώα παιδιά στο ''όνειρο''...

''Στους δρόμους βγήκαν χιλιάδες πολίτες σε ολόκληρο τον πλανήτη για να ενώσουν τις φωνές τους με τους Έλληνες, που κατέκλυσαν το Σύνταγμα και τις μεγάλες πόλεις, ενάντια στη λιτότητα την ώρα που η ελληνική κυβέρνηση διαπραγματευόταν με τους Ευρωπαίους εταίρους. 
το ρεπορτάζ το δανειστήκαμε στο http://www.enikos.gr/

Στο Παρίσι






Στο Λονδίνο



Στις Βρυξέλλες




Στη Ρώμη














Στη Λισαβόνα

Στη Νέα Υόρκη




έπεα.. μη πτερόεντα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Διάβα να γίνει το νερό

Να πλέξω θέλω στίχο στη θάλασσα αφιερωμένη, βελούδινο να παίξω ήχο, στην άγρια αναδεμένη, μήπως την ηρεμήσω...
'Οχι αυτή των ποιητών, την χιλιοτραγουδισμένη, αλλά εκείνη των λυγμών...
για 'κείνους που αθρόα...            [διακινούνται απελπισμένοι, αφού σύνορα δεν έχει                         [η εμπορεία ψυχών, κι η απόγνωση για σωτηρία [ακριβοπληρωμένη, σε φλοίδες γης...                      [στο Αιγαίο των πνιγμών...
Κι ονειρεύομαι... διάβα να γίνει, το νερό, στοργικά τη δίψα να μερεύει, να ρέει φιλόξενο και δροσερό, αλλιώς... κάλλιο να στερεύει.
Κι ονειρεύομαι... να κοινωνήσουν οι θρησκείες, τ΄αθρωποθεριού τα πάθη να΄συχάσουν,

Το τελευταίο βλέμμα

Να ξεριζώσω ήθελα το τελευταίο σου το βλέμμα να μη βουλιάζω... αργά, να μην πνίγομαι στο τέλμα.
Ψάχνω ένα αφήγημα, νέα στοιχεία νάβρω, ν' αλλάξω της μνήμης μου το θέμα, βασανιστικά να μην κυλά σε κάθε φλέβα... το τελευταίο σου το βλέμμα.
Που με παγώνει... και με ζεσταίνει, με αρρωσταίνει... και με γιατρεύει.
Είναι ζεστή, γλυκιά, η βραδιά... και το κουρασμένο μου μυαλό έχει πάλι συντροφιά τον πόνο, τον φίλο τον παλιό...
Ψέμματα δεν θα σου πω, πιάνω μαζί του πάλι να μιλώ, σαδιστικάτον προκαλώ...
Ανταποκρίνεται...  και πρόθυμα με κάνει να πονώ, μα και τρυφερά... χωρίς ν' απορεί, απλόχερα με παρηγορεί...
"Αφέσου στο τίποτα...μην έχεις προσμονή,  μου λέει,  μη φοβάσαι τη πληγή,  λιγότερο κάθε φοράπαρέα θα σου κάνει κι ας αιμοραγεί” ...  ______________________________________________                                 Κάθυ Ματαράγκα<

Στον Πολιτισμένο Κόσμο...

...εύσημα τώρα θα αποδοθούν
για το νέο επίτευγμα των μαζικών
αναίμακτων δολοφονιών.

Νέα κείμενα θα προστεθούν,
για το μέλλον των έξυπνων όπλων,
με σπουδή θα τ' αξιολογείς...

Θάσαι πάντα, ο νικητής,
στης “δόξας” την ανθρώπινη ντροπή,
και του δικαίου τάχα ο τιμητής,
στου σύγχρονου πολιτισμού
τη δύσκολη στροφή.

Ποιός λαός, αυτή τη φορά, θα επιλεγεί,
στην επιστήμη να προσφέρει ! ;
Η επιστημονική κοινότητα περιμένει,
με ανυπομονησία τη μεγάλη ''δοκιμή''...

...κι ευτυχώς που υπάρχεις εσύ
των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αγωνιστή,
των εξελιγμένων όπλων υπερασπιστή,
και των μαζικών θανάτων γενναίε πολεμιστή.

Το θέαμα προσφέρεται, ευγενική χορηγία,
οι κομπάρσοι δεν θα πληρωθούν.
Με την επιβαλλόμενη σοβαρότητα και υποκρισία,
αυστηρά, από τους σχολιαστές θα επικριθούν.

Αιματοβαμένες εικόνες οι τηλεοπτικές,
που στις σαραντάρες, και βάλε, “πλάσμα”
φαίνονται ακόμα πιο αληθινές,
από σκηνοθέτη ταινιών βίας
λες, σκηνές στημένες, φρικιαστικές.
_____________________________
Κ.Ρ.Μ


 …