Οι Θεατές
'Οπως ξεκίναε η νύχτα,
όπως
γλύστραε το φωτεινό
στο
βλέμμα και σκίασ' η ματιά
τρυφερά με καλεί η γωνιά,
να
με κρύψει, να με λυτρώσει...
στην
αγκαλιά της κι εγώ σκοτάδι
γίνομαι και κρύβομαι
να
περιμένω δικό της χάδι !
Παραμονεύω
η πλατεία γεμίζει με ψυχές
μέχρι και στα θεωρεία
μυρμήγκια οι θεατές
μοντέλα μοιάζουν έτοιμα
που οδηγίες περιμένουν
από καιρό λες έμπειρα
Σε πίνακα θα ενταχθούν
την ύπαρξη ν' αποτυπώσει,
μέσα του η ανθρωπότητα
ανώνυμες φιγούρες σιωπηλές
τους φτάνει να μη χαθούν...
Η ώρα περνάει,
κι
η νύχτα που τελειώνει,
διατάζει βιάσου...
δουλειά έχεις πολλή να κάνεις...
μη λυπάσαι
ο πόνος σου κρυφός θα μείνει,
μη φοβάσαι
τα δάκρυα σου δεν
θα δουν,
ξεθάρρεψε
αναφιλητά δεν θ' ακουστούν...
όλοι απόντες είναι
μόνο που δεν ξέρουν
απ' τη ζωή πως λείπουν.
Φωτιά
τα δάχτυλα μου πιάνουν
πάνω
κάτω... πολύπλοκες
φόρμες
φτιάνουν...
λες
μ' άλλου εντολή κινούνται
Ανυπόμονες οι φιγούρες
στο αόρατο βουτηγμένες
να ζωντανέψουν λες ζητούν
του μουσαμά να δραπετεύσουν
αιώνιοι κυνηγοί του τίποτα
Ματαιόδοξες αναμονές
μιας κούφιας επιβεβαίωσης
περιπλανώμενες αλαζονικές,
χωρίς προορισμό σκιές !
Γραμμές
αδρές σχεδιάζω,
άλλο
να κάνω δεν μπορώ
μόνο
νέους δρόμους,
με
μάθαν να χαράζω
Στην
άκρη τον γραφίτη βάζω
γραμμές
γειτονικές ζητούν
μεταξύ
τους να ενωθούν...
Τα
λάδια μου ετοιμάζω
καθαρό
απλώνω χρώμα
ζωή να πάρουν πινελιές
διστάζω...
σταματώ...
λίγη αλήθεια ψάχνω
Μιξάρω και πισωπατώ
καλύτερα να δω
λάθη ψάχνει η ματιά
ντεγκραντάρω και σκιάζω
του ισχυρού ν' αποτυπώσω
εγκλήματα κι αδικίες
την εικόνα να τελειώσω
Τα χέρια τρέμουν
γροθιές με πείσμα σφίγγω
μα δεν εγκαταλείπω
τα χρώματα τελειώνουν
τελειώνει κι η ανάσα.
Μήπως
να τ' αναβάλω ;
Μήπως
μια άλλη φορά ;
Ανάλαφρος,
χορευτικός,
της
άμμου ο στροβιλισμός
στη
κλεψύδρα κατεβαίνει,
ο
χρόνος τελειώνει.
«Μην
τολμήσεις... !» ακούω
φωνή
απόκοσμη βαθιά,
ίδιο
θεριό που ξύπνησε,
λες
μόλις από λήθαργο.
«Φρόντισε στο τοπίο το λερό
την
ασκήμια να σκεπάσεις...
μικρό χωμάτινο πλάσμα
τον πίνακα να προχωρήσεις
με τ' ωραίο και τ' αγαθό
στ' όνειρο να ντύσεις
δικαιολογίες μην ακούσεις
κι αν αντίσταση συναντήσεις
κανέναν τους μη λυπηθείς
τη θλιβερή τους εικόνα
μη διστάσεις να τους δείξεις
με συνέπεια να χτυπήσεις
το α-δίκιο του ισχυρού
την α-λήθεια που θάφτηκε
την ωμότητα του σφαχτού
τη συμπόνια που μ' αίμα βάφτηκε»
Όπως
γλύστραε το σκοτεινό,
προσπάθεια
κίνησε η μέρα,
το
βλέμμα να φωτίσει...
Κάθυ Ματαράγκα, Ανέκδοτο,
*Πρωτοδημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο Κάθυ Ματράκου
21/3/14 στο Scholeio.blogspot.gr
έπεα.. μη πτερόεντα

Μου αρέσει !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
ΑπάντησηΔιαγραφή