Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Όνειρο άτρωτο και υπαρκτό



         Οι θεατές

πως άρχιζε η νύχτα,
όπως γλύστραε το φωτεινό
στο βλέμμα, και σκίασ' η ματιά
τρυφερά, με καλεί η γωνιά,
να με κρύψει, να με λυτρώσει...
στην αγκαλιά της, κι εγώ σκοτάδι
γίνομαι, και κρύβομαι,
να περιμένω ένα του χάδι !

Γεμίζει συνέχεια η πλατεία με ψυχές,
μέχρι και στα θεωρεία
μυρμήγκια οι θεατές.

Η ώρα περνάει,
κι η νύχτα που τελειώνει, σου λέει
βιάσου... έχεις δουλειά να κάνεις...
μη νιώθεις αμηχανία,
τα δάκρυα σου δεν θα δουν,

κι ο πόνος σου κρυφός θα μείνει,
αναφιλητά δεν θ' ακουστούν...
όλοι απόντες είναι...
δεν ξέρουν απ' τη ζωή πως λείπουν.

Φωτιά τα δάχτυλα πιάνουν
πάνω κάτω... παράξενες
φόρμες φτιάνουν...
λες μ' άλλου εντολή κινούνται

Γραμμές αδρές σχεδιάζω,
άλλο να κάνω δεν μπορώ
μόνο νέους δρόμους,
με μάθαν να χαράζω,

στην άκρη τον γραφίτη βάζω,
γραμμές γειτονικές ζητούν
μεταξύ τους να ενωθούν
τα λάδια μου ετοιμάζω...

καθαρό απλώνω χρώμα
διστάζω... σταματώ,
μιξάρω με αλήθεια την εικόνα
να δώ καλύτερα... πισωπατώ,
τους αιώνιους “κυνηγούς του τίποτα”.

Τις ματαιόδοξες αναμονές
μιας κούφιας επιβεβαίωσης,
περιπλανώμενες αλαζονικές,
χωρίς προορισμό σκιές !
Τα χέρια τρέμουν
τα σφίγγω με πείσμα, μοιάζουν
άλλο να μην αντέχουν...
τα χρώματα... τελειώνουν.
τελειώνει κι η ανάσα.

Μήπως να τ' αναβάλω ;
Μήπως μια άλλη φορά ;
Ανάλαφρος, χορευτικός,
της άμμου ο στροβιλισμός
στη κλεψύδρα όπως κατεβαίνει,
ο χρόνος σκέφτομαι τελειώνει.
''Μην τολμήσεις... !'' ακούω
φωνή απόκοσμη βαθιά,
ίδιο θεριό που ξύπνησε,
λές μόλις από λήθαργο.

''Φρόντισε, στο τοπίο, το λερό,
την ασκήμια να μην ντύσεις,
μικρό, χωμάτινο πλάσμα,
και τον πίνακα να προχωρήσεις.

Όσοι ακόμα δεν γίναν ζόμπι.
αλύπητα, να τους “χτυπήσεις”,
και την θλιβερή τους την εικόνα,
μη διστάσεις να τους δείξεις.

Δεν έχω τίποτα “νέο” να σου πω,
μεγαλύτερη νάχει αξία.
μόνο “ένα” όσο η γη παλιό,
η ζωή του καθένα είναι “μία”.

Όπως γλύστραε το σκοτεινό,
προσπάθεια κίνησε η μέρα,
το βλέμμα να φωτίσει.

Στ' όνειρο αγκιστρώθηκε,
επίμονα η προσδοκία:

        “Άτρωτο και υπαρκτό 
         να γίνεις... θα περιμένω”,
         του λέει με ελπίδα.
 ________________
Κάθυ Ματαράγκα, Ανέκδοτο,
*Πρωτοδημοσιεύτηκε με ψευδώνυμο Κάθυ Ματράκου
21/3/14 στο Scholeio.blogspot.gr




 έπεα.. μη πτερόεντα 

Σχόλια

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Τραγούδι για τον έρωτα

Έχουν πολλά γραφτεί,
μα εκείνος θάναι πάντα νέος,
έρωτας... μοιραίος
στο πρώτο φιλί.

Υγρό το στόμα
αργά ανοίγει...
κι αιώνια λες θα ανασαίνει,
ζεστές ανάσες μ' απληστία
να ρουφάει,
νόημα κι ουσία να έχει η ζωή
φωτιάς φιτίλι η ψυχή...

Παντού... έρωτα θυμίζει.

Ορμητικά η άνοιξη απλώνει,
φρέσκο και τρυφερό,
της λεμονιάς το νέο φύλλο...

Τη πεταλούδα αναστατώνει
καθώς το σώμα του τεντώνει...

Κι όλα στις γλάστρες όλα τ' ανθισμένα...
στον ήλιο να στρέφονται,
από την έλξη μεθυσμένα.

Κι εσύ...
τη κιθάρα σου πιάνεις και μου λες,
''Το τραγούδι να γραφτεί...
καρδιές δυνατά θέλει να χτυπάνε
ματιές να κελαϊδάνε,
και σφιχτή την αγκαλιά...
με δύναμη να καίει...
_______________________
Κάθυ Ματαράγκα

 έπεα.. μη πτερόεντα 

Διάβα να γίνει το νερό

Να πλέξω θέλω στίχο στη θάλασσα αφιερωμένη, βελούδινο να παίξω ήχο, στην άγρια αναδεμένη, μήπως την ηρεμήσω...
'Οχι αυτή των ποιητών, την χιλιοτραγουδισμένη, αλλά εκείνη των λυγμών...
για 'κείνους που αθρόα...            [διακινούνται απελπισμένοι, αφού σύνορα δεν έχει                         [η εμπορεία ψυχών, κι η απόγνωση για σωτηρία [ακριβοπληρωμένη, σε φλοίδες γης...                      [στο Αιγαίο των πνιγμών...
Κι ονειρεύομαι... διάβα να γίνει, το νερό, στοργικά τη δίψα να μερεύει, να ρέει φιλόξενο και δροσερό, αλλιώς... κάλλιο να στερεύει.
Κι ονειρεύομαι... να κοινωνήσουν οι θρησκείες, τ΄αθρωποθεριού τα πάθη να΄συχάσουν,

Το τελευταίο βλέμμα

Να ξεριζώσω ήθελα το τελευταίο σου το βλέμμα να μη βουλιάζω... αργά, να μην πνίγομαι στο τέλμα.
Ψάχνω ένα αφήγημα, νέα στοιχεία νάβρω, ν' αλλάξω της μνήμης μου το θέμα, βασανιστικά να μην κυλά σε κάθε φλέβα... το τελευταίο σου το βλέμμα.
Που με παγώνει... και με ζεσταίνει, με αρρωσταίνει... και με γιατρεύει.
Είναι ζεστή, γλυκιά, η βραδιά... και το κουρασμένο μου μυαλό έχει πάλι συντροφιά τον πόνο, τον φίλο τον παλιό...
Ψέμματα δεν θα σου πω, πιάνω μαζί του πάλι να μιλώ, σαδιστικάτον προκαλώ...
Ανταποκρίνεται...  και πρόθυμα με κάνει να πονώ, μα και τρυφερά... χωρίς ν' απορεί, απλόχερα με παρηγορεί...
"Αφέσου στο τίποτα...μην έχεις προσμονή,  μου λέει,  μη φοβάσαι τη πληγή,  λιγότερο κάθε φοράπαρέα θα σου κάνει κι ας αιμοραγεί” ...  ______________________________________________                                 Κάθυ Ματαράγκα<