Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

Από την αρχή


        Τα μάτια κλείνω
          κύτταρο αδιαμόρφωτο,
          και παίρνω ν' αρμενίζω...
          Σκορπίστηκα

          πάλεψα την άσχημη αλήθεια
          να δεχτώ... μα δεν τη μπόρεσα
          αδίστακτα να με καρφώνει,
          Αναμετρήθηκα

          ψεύτικα φτερά τ' ονείρου φόρεσα,
          πως θα πετάξω μαζί του να νομίζω,
          μάθημα στην οδύνη χώρεσα      
          Περιπλανήθηκα,

          το βήμα κάλυψε τη γη,
          φρέσκο το 'λιόφωτο θαμπώνει,
          λύτρωση το δάκρυ μιαν αυγή
          Αναγεννήθηκα

          φορτωμένο όλα μου τα “γιατί”
          ράγες χαράζει σαν βαγόνι
          βροχή στο δέρμα μου καυτή,
          Ευλογήθηκα 

          πίστη, σεβασμό κι ελπίδα
          δίνω να ταϊσω τη ζωή,
          κι εκείνη ακούραστη ανάσα
          λέει, “... άντε πάλι απ' την αρχή
          ___________________________________
           Κάθυ Ρ. Ματαράγκα
            Πρωτοδημοσιεύτηκε στο http://scholeio.blogspot.gr
          με ψευδώνυμο Κάθυ Ματράκου

 έπεα.. μη πτερόεντα    

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

Δ. Δημητριάδης, "Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας"


του Δ. Δημητριάδη
"..Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων…"

Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της…

Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ.

Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά.

Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή.

Έχει φάει σαν καρκίνος τα βυζιά μου, τα μυαλά μου, τα έντερά μου, έχει κατεβάσει όλες της τις πέτρες στα νεφρά μου και τα ’χει ρημάξει, έχει μαγαρίσει όλες τις πηγές απ’ όπου θα ’τρεχε το γάλα μου, έχει μαζέψει όλο της το χώμα μες στις φλέβες μου και μου ’χει σαπίσει το αίμα, έχει κάτσει όλη πάνω στην καρδιά μου και την έχει κουρελιάσει απ’ τα εμφράγματα και τις εμβολές, κάθε θεσμός της κι ένα έμφραγμα, κάθε νόμος της και μια εμβολή, τα ήθη της μου ’χουν σμπαραλιάσει τα πνευμόνια, η ιστορία της με κάνει να τρέμω συνεχώς ολόκληρη σα να έχω προσβληθεί από την πάρκινσον, ο πολιτισμός της μ’ έχει ξεπατώσει, μ’ έχει ξεθεώσει, δεν πάει άλλο, η θέση της η γεωγραφική είναι το άσθμα μου, ολόκληρο το σχήμα της άλλοτε απλώνεται πάνω στο σώμα μου σα γιγαντιαίος έρπης ζωστήρ και με τρελαίνει… κι άλλοτε παίρνει τη μορφή τσουγκράνας και μπήγεται στα μάτια μου, τεράστιας βελόνας και μου τρυπάει το κρανίο, βράχου ολόκληρου που κρέμεται από την άκρη των μαλλιών μου και με παρασέρνει σε μια θάλασσα πικρών δακρύων… κι όλο νιώθω στον τράχηλό μου το ζυγό της κι όλο δένει τη γλώσσα μου το τραύλισμά της κι όλο μου φέρνει κρύα ρίγη η χυδαιότητά της… η προσήλωσή της στα φαντάσματά της, οι υπεκφυγές της, οι αντιγραφές της, τα φρακαρισμένα της μυαλά, τα πτώματά της, τα κιβούρια της, τα εγκλήματά της…

Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας. Θα μας πεθάνει, θα μας ξεκάνει. Πώς θα γλιτώσουμε; Μας πίνει το αίμα, μας το πίνει. Δε μ’ αφήνει πια ούτε να κοιμηθώ, μου έχει κλέψει και τον ύπνο. Πώς θα ζήσω χωρίς ύπνο; Δε θα ζήσουμε… όλο το σπέρμα όλων των αντρών της γης δε θα μπορούσε να ζωντανέψει εκείνη την κόχη του κορμιού μου απ’ όπου ξεκινάει η ανθρώπινη ζωή… Έχεις αδειάσει όλη τη ζωή σου μέσα μου αλλά μ’ έχεις αφήσει χωρίς ζωή… Κι εσύ δεν μπορείς. Μ’ έχεις σπείρει μα ο σπόρος σου δεν πρόκειται ποτέ να πιάσει, δεν μπορεί πια ο σπόρος σας να πιάσει… δε θα ξαναβγεί ποτέ πια ζωή από μέσα μας… Το παλιογύναικο. Ένα θα ’θελα, να την είχα μπροστά μου και να την έσφαζα με τα ίδια μου τα χέρια. Αχ, θε μου, να μπορούσα να τη σκοτώσω.

Κατάφερε οι δολοφόνοι της να φτάσουν ως τις μήτρες μας και να τις σκάψουν σαν τάφους, τα γουρούνια, τα γουρούνια, είν’ όλοι τους γουρούνια, από ποιον ν’ αρχίσω και σε ποιον να τελειώσω, όλοι τους δολοφόνοι, όλοι τους, αυτοί με κάνουν να νιώθω την ανάγκη για το πιο μεγάλο έγκλημα, για μια ατέλειωτη σφαγή, ατέλειωτη σφαγή… αχ, πώς αντέχουμε δω μέσα, πώς δε μας τρελαίνει ακόμα αυτή η παλιοσκύλα, αυτή η γκαρότα, αυτό το στραγγουλατόριουμ, σωστή αγχόνη… με τους επίσημους μαχαιροβγάλτες της που βγάζουν επίσημους λόγους σ’ επίσημες τελετές μπρος σ’ επίσημους μαχαιροβγάλτες…

Ο κάθε πόρος της είναι και μια τσέτα, κάθε γωνιά της κι ένα λάζο, κάθε χιλιοστό της και μια τσάκα, είναι γεμάτη ξόβεργες θανάτου και κοφτερούς σουγιάδες, άντρο φονιάδων, απατεώνων και ηλιθίων, λημέρι άναντρων γαμιάδων κι ανίκανων σωματεμπόρων, μας πατάει το κεφάλι μέσα στα σκατά της, μας δίνει λυσσασμένες κλωτσιές στ’ αρχίδια, μας λιώνεις, μωρή, μας στραγγίζεις, μας ρημάζεις, μας διχάζεις, μας πνίγεις, μας καταδικάζεις, μας πεθαίνεις, μας πεθαίνεις, σκρόφα, ξεπουλημένη, μολυσμένη, ψειριάρα, φαρμακοδότρα, φιδομάνα, λύκαινα, γύφτισσα, αιμομίχτρα, που όλο μαϊμουδίζεις και παπαγαλίζεις, κατσικοπόδαρη, δίσεχτη, κακορίζικη, δε σε μπορώ, δεν τη μπορώ, τη δολοφόνα, την παιδοκτόνα, τη ζαβή, τη χολεριασμένη, τη στραβοκάνα, τη ζαβή, το τσόκαρο, την παλιόγρια, την παλιόγρια, που κακό χρόνο να ’χει, δεν αντέχω πια τίποτα δικό της, τίποτα, τίποτα, τη μισώ, τη μισώ, αχ, αχ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, σε μισώ, θα πεθάνω, τέρας, και θα εξακολουθώ να σε μισώ, ναι, το μίσος βράζει μέσα μου, θέλω να γράψω τους ανάποδους ύμνους απ’ αυτούς που γράφτηκαν ως τώρα γι’ αυτήν, λέξη προς λέξη να την τουφεκίσω και να την παραχώσω σα σκυλί με τα ίδια μου τα χέρια…

Δεν είμαι πια γυναίκα… Ούτε κι εσύ πια είσαι άντρας… Μας τα πήρε όλ’ αυτή… Τι θα μείνει όμως απ’ αυτήν χωρίς εμάς;

Τι θα είν’ αυτή όταν δεν θα ’χει μείνει τίποτ’ από μας; Το χώμα της έχει πάρει το σχήμα μου… Το σώμα μου έχει πια τις διαστάσεις της… Έχω μέσα μου τη μοίρα της… Πεθαίνω σα χώρα…
_________________________________________________________________________
Δημήτρης Δημητριάδης (1978)
Πεθαίνω σαν χώρα, Eκδ. Σαιξπηρικόν







".... Αν θα μετάνιωνα για κάτι θα ήταν που δεν ολοκλήρωσα, όσες φορές χρειάστηκε, τη σκέψη μου προκειμένου να δώσω στον άλλον να καταλάβει κάτι που για μένα ήταν πρωταρχικής σημασίας αυτό το ανολοκλήρωτο όμως είναι, ως γνωστόν, ένας εντελέστατος μηχανισμός απ΄ τον οποίο επωφελείται η επινόηση, κυρίως η καλλιτεχνική.

[...]


... Περισσότερο απ' όλα απεχθάνομαι την ανεπάρκεια των αισθημάτων και την ακόμη ανεπαρκέστερη έκφρασή τους, καθώς και τη συνακόλουθη απελπιστική αθλιότητα, όλα αυτά κυρίαρχα, σε βαθμό απολυταρχίας, φαινόμενα στις ανθρώπινες συναλλαγές οι οποίες, έτσι, καταντούν ακατανίκητα κίνητρα για ριζικό αναχωρητισμό, ή για ό,τι άλλο εξίσου ακραίο." - Οκτωβρίος 2012
________________________________________________________________________________
 από συνέντευξη του Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ στην Χ. ΣΚΑΝΔΥΛΑ στον ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



* Ο Δημήτρης Δημητριάδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1944. Σπούδασε θέατρο και κινηματογράφο στις Βρυξέλλες απ' το 1963 ώς το 1968. 
Εκεί έγραψε το 1966 το πρώτο θεατρικό του έργο, "Η τιμή της ανταρσίας στην μαύρη αγορά", το οποίο ανέβασε ο Patrice Chereau το 1968 στο Theatre d' Aubervilliers, στο Παρίσι. 
Το 1978 εκδόθηκε το "Πεθαίνω σαν χώρα", το πρώτο του πεζογράφημα, το 1980 η ποιητική ενότητα "Κατάλογοι 1-4" και το 1983 το θεατρικό του έργο "Η νέα εκκλησία του αίματος".

      Ακολούθησαν : 

  • "Η ανθρωπωδία. Η ανάθεση. Προοίμιο σε μια χιλιετία" (πεζογράφημα), 
  • "Κατάλογοι 5-8" (1986-ποιητική ενότητα), "Το ύψωμα" (1990-θεατρικό έργο), 
  • "Η άγνωστη αρμονία του άλλου αιώνα" (1992-θεατρικό), 
  • "Κατάλογοι 9-Οι ορισμοί" (1994-ποιητική ενότητα), 
  • "Η αρχή της ζωής" (1995-θεατρικό έργο, που ανέβηκε την ίδια χρονιά από τον Στέφανο Λαζαρίδη στο Θέατρο του Νότου), 
  • "Η ζάλη των ζώων πριν τη σφαγή" (2000 -θεατρικό έργο σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά στο Θέατρο του Νότου), 
  • "Λήθη και άλλοι τέσσερις μονόλογοι" (2000 -ο μονόλογος 
  • "Λήθη" ανέβηκε το 1998 στο Παρίσι, στο Petit Odeon, από τον J.-C. Bailly, το 2001 στο Theatre de Bobigny από την A. Dimitriadis και το 2002 στο θέατρο Άττις από τον Θ. Τερζόπουλο), 
  • "Κατάλογοι 10-12" (2002-ποιητική ενότητα), 
  • "Ανθρωπωδία 1" και "Ανθρωπωδία 7" (2002 -Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2003), "Διαδικασίες διακανονισμού διαφορών" (2003 -θεατρικό έργο σε σκηνοθεσία Γιώργου Λάνθιμου που ανέβηκε στον Εξώστη του Θεάτρου του Νότου), κ.ά. Παράλληλα ασχολήθηκε συστηματικά με τη μετάφραση πεζογραφημάτων των Jean Genet, Georges Bataille, Witold Gombrowicz, Maurice Blanchot, Gerard de Nerval, Balzac, Bernard-Marie Koltes, καθώς και τη μετάφραση θεατρικών έργων των Μολιέρου, Ευρυπίδη, J. Genet, G. Courteline, Tennessee Williams, Σαίξπηρ για διάφορα θέατρα. Μετά το 1980 συνεργάστηκε στενά με τις εκδόσεις "Άγρα", που έχουν εκδώσει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του και, πιο πρόσφατα, με τις εκδόσεις 
  • "Σαιξπηρικόν" της Θεσσαλονίκης. 


 έπεα.. μη πτερόεντα 

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Το Κάλεσμα

                                          

                                      

Ελάτε... άστρα,
μείνετε για λίγη συντροφιά,
στενό δρομάκι να φωτίσω,
απόψε,
και 'σεις κάστρα...
μέσα να σφαλιστώ,
οι καιροί να μη με πιάνουν πια,
τις πύλες σας ανοίξτε,

θα μιλήσω και στα όνειρα,
στο μύθο να με βάλουν,
σ' ένα Πήγασο πάνω,
να καλπάσω,
με τα φτερά του να πετάξω,
μακρινό ταξίδι με τη φαντασία,

Ελάτε... σύννεφα,
σκεπάστε με...
η καταιγίδα να μη με φτάσει,
την ασημένια τους κλωστή,
απ' τα φεγγάρια τα ολόγιομα
ψηλαφιστά, να βρώ την άκρη,
να δεθώ σφιχτά με τη ζωή,
μη χαθούμε
[στου δρόμου τη στροφή.

Ελάτε... σειρήνες,
μελωδικά να με μεθύσετε,
με υποσχέσεις ψεύτικες,
να με παραπλανήσετε,
βυθίστε με.. τ' άσκημά μου να ξεχάσω,

το λίκνισμα των κοράλλιων
απ' της θάλασσας το χάδι,
να κάνετε νανούρισμα γλυκό,
τα μάτια μου να κλείσω,
χρόνο να μη μετρώ...
________________________________
Κάθυ Ρ. Ματαράγκα, 
Πρωτοδημοσιεύτηκε στο Scholeio.blogspot.gr
με ψευδώνυμο Κάθυ Ματράκου



 έπεα.. μη πτερόεντα    

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Οι φορείς της σάρκας



     Με θράσος...
     σκάρωνες κανόνια
     κι εμείς, υπάκουα,
     σου φέρναμε τα βόλια,

     μετά τράβηξες το σπαθί
     ακόνισες και το μαχαίρι,
     βίαια και άπληστα
     εργάστηκε το χέρι,

           ''Έτσι γράφεται το έπος'',
           ...είπες,
          ''τι νόμισες... ; με προδοσία,
          με έγκλημα και συνομωσία,
          θρίαμβο, θάνατο και δόξα
          έχει κάθε νίκη...

          Αίμα χρειάστηκε άφθονο,
         αμαρτωλών κι αθώων,
         για να γραφτεί η Ιστορία''.

Ήσουν και 'σύ εκεί,
δεν έλειψα ούτε 'γώ... κι άλλοι πολλοί...
όλοι, όσοι, πιστέψαμε στην αυταπάτη,
του ''αλλιώτικου κόσμου'',
διψασμένα... σαν τυφλοί,
και με αφέλεια αφεθήκαμε,
στην απάτη και στη πλάνη

Θα παλεύαμε... λέει,
με νύχια και με δόντια,
όλοι μαζί,
Θα κραυγάζαμε... λέει,
όπλα να γίνουν οι κραυγές,
όλοι μαζί...

Να εμποδίζαμε τους Δυνατούς..
το πολεμικό τους νέφος,
περήφανο κι αυτό, σαν τον πολιτισμό τους,
να μην απλώσουν,

Θα σταματούσαμε... λέει,
την ανθρώπινη θυσία,
όλοι μαζί,
με αλληλεγγύη και αυτοθυσία,
στη φωτιά θα πέφταμε,
όλοι μαζί
να σώσουμε το βρέφος...

Ήσουν και 'σύ εκεί,
δεν έλειψα ούτε 'γώ... κι άλλοι πολλοί...
όταν αλλάξαμε πορεία,
όταν διαλέξαμε από δειλία,
το ρόλο του άπραγου και του αδύναμου,
αφήνοντας τους επόμενους,
να συνεχίσουνε τη μάχη,

Ήσουν και 'σύ εκεί...

Δυνατέ κατακτητή
πόσο όπλα να παραχθούν
χρειάζεται η οικονομία σου,
πριν σου τελειώσουν οι λαοί
που θα τα δοκιμάσεις ;

πόσο πλούτο ''απολίτιστων'' χωρών
θα χρειαστεί ακόμα να κλέψεις ;

πόσο αίμα ακόμα θα χυθεί
ένδοξε κοσμοκράτορα
για να υπερισχύσεις ;

Ήσουν και 'σύ εκεί,
δεν έλειψα ούτε 'γώ... κι άλλοι πολλοί
φορείς της σάρκας, μα τι κρίμα,
νάναι άδειοι περιεχομένου.

Τα εγκεφαλικά σου κύτταρα 
αχρηστευμένα πια καλώδια
για κρίση και αντίδραση
της σάρκας άπληστε φορέα...
__________________________________
Κάθυ Ματαράγκα


 έπεα.. μη πτερόεντα 

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2017

Περιμένοντας τον νέο χρήστη



Χριστούγεννα του '16
Μόνη έστεκε, χορτασμένη,
στου ορίζοντα τη στρογγυλάδα
του κάδου η σιλουέτα
στον ανηφορικό τον δρόμο.

Ξέχειλος από την απληστία του
δεν μπορούσε πια να δεχτεί
ότι καινούργιο “άχρηστο”
θ' αποχωρίζονταν οι χρήστες.

     Ματιά να την προσέξει,
     ζήτησε μια αντανάκλαση
     που κοντά μου κύλησε,
     μα του παρκαρισμένου η ρόδα
     άκαρδα τη πορεία της φρενάρει.

     Ατίθαση μια πορτοκαλόχρυση
     χριστουγεννιάτικη μπάλα
     είχε ξεφύγει από σωρό στολίδια
     κάποιου χρήστη... άχρηστο πια βιος.

Σακούλες δραπέτες έχασκαν
γύρω του “ξεκοιλιασμένες”,
κάποιοι πήραν ότι τους ενδιέφερε..
ότι απομείνει, το γνωστό θα πάρει
δρόμο της χωματερής.

“Μα, πετάνε τα στολίδια
μες στα Χριστούγεννα ;”,
επίμονη, με βάζει χωρίς λόγο,
να σκεφτώ η απορία.

Από μια ανοιγμένη βαλίτσα
που χωρίς ντροπή έδειχνε
τη ξεφτισμένη ταπετσαρία της,
σκληρή ήρθε η απάντηση...

Στολίδια, ρούχα, αποφάγια,
χωρίς τάξη, μπερδεμένα
κι ορφανά τώρα κουβάρια,
για χρόνια προσεγμένα...

Του εφήμερου και του φθαρτού,
χαράς απομεινάρια,
άρρηκτα δεμένα,
με πόνου κατακάθια.

Προσπέρασα αργά... 
Θα βρούν άραγε νέο χρήστη ?

Θα προλάβουν αυτές τις γιορτές,
τα στολίδια, και φέτος,
σε δέντρο να στραφταλίσουν, 
ή εδώ τελειώνει και η δική τους η ζωή?

- Ευκαιρία...
Άστεγα και ορφανά στολίδια, 
δέντρου Χριστουγέννων, 
ζητούν νέο ιδιοκτήτη
για μια καινούργια αρχή...
πληροφορίες στο κάδο
στη διασταύρωση των οδών ... και ...
Προλάβετε”.

Λίγο πριν μπει το '17
______________________________________________
Κάθυ Ματαράγκα


 έπεα.. μη πτερόεντα 

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2017

Πως φτάσαμε σε τέτοια νέκρα κοινωνικών αντανακλαστικών ?


"Eυνουχίστηκε ηδονικά ο Eλλαδίτης, σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια, αντάλλαξε βιωματικά θησαυρίσματα αιώνων, ποιότητα καλλιέργειας και χαρά της ζωής, με χάντρες και καθρεφτάκια «προοδευτικής» ξιπασιάς και απολυτοποιημένη την ηδονή της καταναλωτικής μονομανίας..." 
Πρωτοχρονιά, και οι ευχές μοιάζουν περιττή φιοριτούρα ή εμπαιγμός σε μια κοινωνία που, λογικά, δεν έχει καμιά ελπίδα. Tο μέλλον έχει προδιαγραφεί παγιδευμένο στην απόγνωση. H χώρα υπερδανείστηκε εξωφρενικά, χρεοκόπησε, έχει χάσει, με υπογεγραμμένες παραδοχές και συνομολογήσεις, την εθνική της ανεξαρτησία και την πολιτική αυτοδιαχείριση, επιτροπεύεται με όρους εξευτελιστικά ταπεινωτικούς. Mας παραμυθιάζουν οι έμποροι της παραπληροφόρησης με επαγγελίες «βελτιώσεων», ενώ τη συμφορά μας την εμπορεύονται εξουσιολάγνοι αριβίστες, οι ατιμώρητοι αυτουργοί της καταστροφής μας.
γράφει ο Χρ. Γιανναράς

Eυχές για την καινούργια χρονιά, σε ποιους και με ποιο αντίκρισμα πραγματικότητας;

Nα ευχηθείς τί στις νεκρές ψυχές των παραλογιασμένων από την απόγνωση ανέργων, εκατοντάδες χιλιάδων, που ξεκινάνε σήμερα την τρίτη, τέταρτη, πέμπτη χρονιά ανέλπιδης επιβίωσης, δίχως ίχνος από φως στο οποιοδήποτε βάθος του τούνελ.
Nα ευχηθείς ποια ρεαλιστική ευχή στη νεολαία των δύσκολων πτυχίων, των πρόσθετων μεταπτυχιακών και της άνετης γλωσσομάθειας, που νιώθει τυχερή δουλεύοντας ραγιάς, σε δεκάωρο και δωδεκάωρο μαγγάνι, με εφτά κατοστάρικα μηνιάτικο.
O κάθε χυδαίος, ευνοημένος τυχάρπαστος «επενδυτής» μπορεί να καταλύει κάθε ίχνος «κοινωνικού κράτους» επιβάλλοντας εργασιακό μεσαίωνα απανθρωπίας, αποκλείοντας όνειρα προσωπικής ζωής στις ψυχές που εν ψυχρώ καταρρακώνει.
Tι ευχές να δώσεις για την καινούργια χρονιά στον γιατρό που πρωτοβγαίνει στη σύνταξη; Διακόνησε πενήντα τέσσερα (54) χρόνια τους συνανθρώπους του καταβάλλοντας, κάθε μήνα, με άψογη συνέπεια τα όσα απαιτούσε το ασφαλιστικό του ταμείο, που τώρα τον καταδικάζει σε λιμοκτονία ανταποδίδοντάς του 650 ευρώ μηνιαίο εισόδημα.

Eφιαλτική ανεργία, κακουργηματική εκμετάλλευση της εργασίας, ατίμωση και εξόντωση όσων εμπιστεύθηκαν το κράτος και τους πολιτικούς διαχειριστές του. Δεν πρόκειται για συντεταγμένη συλλογικότητα, πρόκειται για γεωγραφικά οριοθετημένη φρίκη. Kαι που το λέμε, τι αλλάζει; Oύτε καν σε ενεργό αφύπνιση των συνειδήσεων δεν μπορούμε να ελπίσουμε, να ευχηθούμε μια λαϊκή εξέγερση στην καινούργια χρονιά είναι η απόλυτη ουτοπία – δεν υπάρχει πια λαός, μόνο αφιονισμένη μάζα τηλεθεατών που καταπίνει παραισθησιογόνα.

Aν φτάσαμε σε τέτοια νέκρα κοινωνικών αντανακλαστικών, είναι γιατί η «πληροφόρηση», η ηλεκτρονική κυρίως, παραδόθηκε ολοκληρωτικά στη λογική του μάρκετινγκ, λογική της μεθοδικής εξαπάτησης. Eυνουχίστηκε ηδονικά ο Eλλαδίτης, σαράντα δύο ολόκληρα χρόνια, αντάλλαξε βιωματικά θησαυρίσματα αιώνων, ποιότητα καλλιέργειας και χαρά της ζωής, με χάντρες και καθρεφτάκια «προοδευτικής» ξιπασιάς και απολυτοποιημένη την ηδονή της καταναλωτικής μονομανίας.

Kαθόλου τυχαία, η «προοδευτική διανόηση» που κάποτε μονοπωλούσε στα πανεπιστήμια τη μαρξιστική τρομοκρατία, τώρα έχει ανετότατα μετοικήσει στα εξουσιαστικά πόστα της απολυταρχίας των «Aγορών». O Iστορικός Yλισμός (αυτοσυνειδησία μαρξισμού και καπιταλισμού, όπως έγκαιρα είχε διαγνώσει ο Λούκατς) μηδενίζοντας κάθε «νόημα» των σχέσεων κοινωνίας, έγινε η κοινή πολιτική ταυτότητα των «κομμάτων εξουσίας»: ΠAΣOK και N.Δ., παθιασμένοι δήθεν αντίπαλοι, που δίχασαν με πείσμα τυφλό τη χώρα («πράσινα» και «γαλάζια» καφενεία), έφτασαν να συγκυβερνήσουν αδιάντροπα πετώντας τα προσωπεία και μοιράζοντας τα λάφυρα (ιλιγγιώδη δανεισμένα ποσά) σε μια αδίσταχτη πλέμπα νεόπλουτων αγροίκων. Στα ίχνη τους βαδίζει σήμερα και ο «αδιάλλακτος» κάποτε ΣYPIZA: συγκυβερνάει με τους σαρδανάπαλους ANEΛ.

Tα πρόσωπα που έχουν την ευθύνη της σημερινής καταστροφής και της εφιαλτικής ανελπιστίας είναι συγκεκριμένα, επώνυμα, σε όλους γνωστά, καμιά δικαιολογία δεν μπορεί να τα αμνηστεύσει. 
Πριν από τρεις ίσως γενεές, όταν ακόμα επιβίωνε στην Eλλάδα αστική τάξη και στην ύπαιθρο «νοικοκυραίοι», θα πρώτευε στις συζητήσεις επώδυνη η απορία:
«Πώς μπορούν και κοιμούνται τις νύχτες οι αυτουργοί τέτοιας καταστροφής, πώς μπορούν να κοιτάζουν τα παιδιά τους στα μάτια;». Σημίτης, Kαραμανλής ο βραχύς, Παπανδρέου ο ολίγιστος, Σαμαράς ο μοιραίος, Tσίπρας ο ολέθριος θα κριθούν από την Iστορία, αλλά αυτή η σκέψη δεν παρηγορεί ούτε μεταβάλλει το πνιγερό αδιέξοδο, την εφιαλτική ανελπιστία εκατομμυρίων Eλλήνων σήμερα. 
Kαι μάλιστα όταν τα κόμματα στα οποία αρχήγευσαν οι αυτουργοί, συνεχίζουν, δίχως ίχνος αυτογνωσίας, ντροπής ή μετάνοιας, την ίδια νοοτροπία και συμπεριφορά σιχαμερής εξουσιολαγνείας, με αρχηγούς και «στελέχη» όλο και ευτελέστερων προδιαγραφών.

Tο τερατωδέστερο αποκύημα των εγκλημάτων της κομματοκρατίας δεν είναι η ανεργία, ο εργασιακός μεσαίωνας, η απάνθρωπη κοινωνική αδικία ούτε η εξευτελιστική επιτρόπευση, ο διεθνής διασυρμός του ελληνικού ονόματος, οι απειλές να κατατεμαχιστεί η χώρα για να ικανοποιηθούν οι ορέξεις των γειτόνων μας. Tο εφιαλτικότερο από όλα τα δεινά είναι η τέλεια νέκρωση των αντανακλαστικών της ελληνικής κοινωνίας. Eχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε που υπογράφτηκε το πρώτο Mνημόνιο (3 Mαΐου 2010) και από τότε προστέθηκαν ακόμα δύο, επαχθέστερα. Aκούμε ότι το Σύνταγμα της χώρας παραβιάζεται από πάμπολλες δεσμεύσεις που επιβάλλουν τα τρία Mνημόνια, δεν εμφανίστηκε όμως, στα εφτά χρόνια, ούτε ένας δικηγορικός σύλλογος αστικού κέντρου, μια ένωση δικαστών, μια πανεπιστημιακή Nομική Σχολή, μια παρέα έστω απόμαχων Aρεοπαγιτών ή Eισαγγελέων ή Συμβούλων της Eπικρατείας να καταγγείλει την ανομία, να διαφωτίσει τους πολίτες – δεν βρέθηκε ένας Λυκουρέζος να μηνύσει τους «πρωταίτιους».

Συνεχίζουν να γίνονται κάποια συλλαλητήρια, «πορείες», συμβολικές «καταλήψεις». Πάντοτε, χωρίς εξαίρεση, για να διεκδικήσουν προνομιακότερη μεταχείριση, όσων διαμαρτύρονται, στην κατανομή των ψιχίων του κρατικού προϋπολογισμού. Ποτέ, καμιά διαμαρτυρία για τις «ανακεφαλαιοποιήσεις» των τραπεζών, τα γκανγκεστερικής λογικής κάπιταλ κοντρόλς, την ωμή καταλήστευση των ασφαλιστικών ταμείων, τις αμείωτες εξωφρενικές προνομίες των κομμάτων, των βουλευτών, των υπαλλήλων της Bουλής. Ποτέ, κανένα συλλαλητήριο για τον εργασιακό μεσαίωνα.

Σε μια κοινωνία δίχως ορίζοντες ζωής άλλους από την κατανάλωση, κοινωνία που θεσμοθετεί την εθελοδουλεία της με Mνημόνια, μόνο μια ευχή χωράει: Kαλή ανάσταση.
__________________________________________________________
Θρηνητική ειλικρίνεια  από το www.yannaras.gr


 έπεα.. μη πτερόεντα 

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2017

Η Καθαίρεση




     Ήταν που έκλαιγε ο ουρανός
για τις δικές σου τις φωτιές
άνθρωπε...

Ήταν που έπεσε παγετός
κι άδειασαν των δέντρων οι φωλιές
άνθρωπε...

Χειμώνα έφερες βαρύ...
κι ο ήλιος, θυμωμένος,
[έφυγε απ' τις γειτονιές,
αμείλικτα τα σύννεφα...
[τον κρύβουν,
άδικα στις αυλές
[τον ψάχνουν οι ευωδιές,
ανόρεχτος εκείνος,
[αφήνει να τον σβήνουν.

Στάσου λίγο
[μια λέξη μόνο να σου πω
δες με...
[αφοπλίζομαι
το "δίκιο" σου, είναι του άλλου "άδικο".

Ευθέως, κατήγορος αυστηρός,
μ' ανάθεμα τώρα σε βαρύνει,
του σύμπαντος ο δημιουργός:

"Τη οδηγία σου την ξέχασες,
σκούπισε τα χέρια απ' το αίμα,
τον λόγο της ύπαρξής σον έχασες..."

Αυτός που κάποτε κοίταζε ψηλά,
εσύ, που εαυτόν νόμισες σπουδαίο...
Άξιος πια κανείς δεν είναι
[τ' “όνομα” να φέρει.

Δικό σου φταίξιμο,
[που με καρδιά δεν άρχεις,
χωρίς το "δίκιο", να ξέρεις, αφαιρείται
η άδεια που πήρες να υπάρχεις...
κι απ' τον ανθρώπινο τον τίτλο,
χάνονται πια τα δικαιώματα...

Αφού αυτό λερώθηκε,
[ν' αποσυρθεί τού πρέπει,
κι αλλιώς ο ένας τον άλλον να προσφωνείτε..."

Άλλο όνομα πιο περισπούδαστο να βρείτε,
να συνεχίσετε με υποκρισία
[για πολιτισμό να ομιλείτε !

"Πρώην-άνθρωποι" θα υπογράφετε,
"που ακόμα δεν βρήκαν τ' όνομα τους"...
______________________________________
          Κάθυ Ματαράγκα



 έπεα.. μη πτερόεντα