Αναρτήσεις

Τραγούδι για τον έρωτα

Εικόνα
Έχουν πολλά γραφτεί,
μα εκείνος θάναι πάντα νέος,
έρωτας... μοιραίος
στο πρώτο φιλί.

Υγρό το στόμα
αργά ανοίγει...
κι αιώνια λες θα ανασαίνει,
ζεστές ανάσες μ' απληστία
να ρουφάει,
νόημα κι ουσία να έχει η ζωή
φωτιάς φιτίλι η ψυχή...

Παντού... έρωτα θυμίζει.

Ορμητικά η άνοιξη απλώνει,
φρέσκο και τρυφερό,
της λεμονιάς το νέο φύλλο...

Τη πεταλούδα αναστατώνει
καθώς το σώμα του τεντώνει...

Κι όλα στις γλάστρες όλα τ' ανθισμένα...
στον ήλιο να στρέφονται,
από την έλξη μεθυσμένα.

Κι εσύ...
τη κιθάρα σου πιάνεις και μου λες,
''Το τραγούδι να γραφτεί...
καρδιές δυνατά θέλει να χτυπάνε
ματιές να κελαϊδάνε,
και σφιχτή την αγκαλιά...
με δύναμη να καίει...
_______________________
Κάθυ Ματαράγκα

 έπεα.. μη πτερόεντα 

Με Ελπίδα...

Εικόνα
Στην αφετηρία περιμένει...
έτοιμη να ξεκινήσει
μια παραιτημένη κοινωνία,
διψάει... πάλι ν' αρχίσει,
να πάλλει την αρτηρία.

Μ' ελπίδα περιμένει...
ο αδύναμος,
κάπου να φυλαχτεί,
απ' του “Καλού” την απουσία.

Μ' ελπίδα προσμένει
κι ο αθώος,
να μην τον αφανίσει,
του “δίκιου” η προδοσία.

Μ' ελπίδα αναμένει
κι ο ζωντανός,
αν για τα παιδιά του φτάσει
η βρώση, κάθε μέρα μ' αγωνία.

Λες να υπάρχει ελπίδα,
για τ' αθρώπου τη ψυχή..
πως δεν θ' αποτιμηθεί,
φτηνά ή ακριβά,
σαν προϊόν στην αγορά
να πουληθεί ?

Ναι, ελπίδα
πως τ' αθρώπου η φωνή,
τρυφερά, σε μια μπαλάντα,
ορμητική κι αρμονική,
θα ξαναγεννιέται πάντα,
για μια νέα διαδρομή...
_____________________

Κάθυ Ματαράγκα



 έπεα.. μη πτερόεντα 

Από την αρχή

Εικόνα
        Τα μάτια κλείνω
          κύτταρο αδιαμόρφωτο,
          και παίρνω ν' αρμενίζω...
          Σκορπίστηκα

          πάλεψα την άσχημη αλήθεια
          να δεχτώ... μα δεν τη μπόρεσα
          αδίστακτα να με καρφώνει,
          Αναμετρήθηκα

          ψεύτικα φτερά τ' ονείρου φόρεσα,
          πως θα πετάξω μαζί του να νομίζω,
          μάθημα στην οδύνη χώρεσα      
          Περιπλανήθηκα,

          το βήμα κάλυψε τη γη,
          φρέσκο το 'λιόφωτο θαμπώνει,
          λύτρωση το δάκρυ μιαν αυγή
          Αναγεννήθηκα

          φορτωμένο όλα μου τα “γιατί”
          ράγες χαράζει σαν βαγόνι
          βροχή στο δέρμα μου καυτή,
          Ευλογήθηκα 
          πίστη, σεβασμό κι ελπίδα
          δίνω να ταϊσω τη ζωή,
          κι εκείνη ακούραστη ανάσα
          λέει, “... άντε πάλι απ' την αρχή ___________________________________ Κάθυ Ρ. Ματαράγκα Πρωτοδημοσιεύτηκε στοhttp://scholeio.blogspot.gr με ψευδώνυμο Κάθυ Ματράκου
 έπεα.. μη πτερόεντα 

Δ. Δημητριάδης, "Αυτή η χώρα είναι το χτικιό μας"

Εικόνα
του Δ. Δημητριάδη "..Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων…"
Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της…

Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ.

Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι…

Το Κάλεσμα

Εικόνα
Ελάτε... άστρα, μείνετε για λίγη συντροφιά, στενό δρομάκι να φωτίσω, απόψε, και 'σεις κάστρα... μέσα να σφαλιστώ, οι καιροί να μη με πιάνουν πια, τις πύλες σας ανοίξτε,
θα μιλήσω και στα όνειρα, στο μύθο να με βάλουν, σ' ένα Πήγασο πάνω, να καλπάσω, με τα φτερά του να πετάξω, μακρινό ταξίδι με τη φαντασία,
Ελάτε... σύννεφα, σκεπάστε με... η καταιγίδα να μη με φτάσει, την ασημένια τους κλωστή, απ' τα φεγγάρια τα ολόγιομα ψηλαφιστά, να βρώ την άκρη, να δεθώ σφιχτά με τη ζωή, μη χαθούμε [στου δρόμου τη στροφή.
Ελάτε... σειρήνες, μελωδικά να με μεθύσετε, με υποσχέσεις ψεύτικες, να με παραπλανήσετε, βυθίστε με.. τ' άσκημά μου να ξεχάσω,
το λίκνισμα των κοράλλιων απ' της θάλασσας το χάδι, να κάνετε νανούρισμα γλυκό, τα μάτια μου να κλείσω, χρόνο να μη μετρώ... ________________________________

Οι φορείς της σάρκας

Εικόνα
     Με θράσος...      σκάρωνες κανόνια      κι εμείς, υπάκουα,      σου φέρναμε τα βόλια,
     μετά τράβηξες το σπαθί      ακόνισες και το μαχαίρι,      βίαια και άπληστα      εργάστηκε το χέρι,
           ''Έτσι γράφεται το έπος'',            ...είπες,           ''τι νόμισες... ; με προδοσία, έγκλημα και συνομωσία.           Θρίαμβο, θάνατο και δόξα           έχει κάθε νίκη...
          Αίμα χρειάστηκε άφθονο,          αμαρτωλών κι αθώων,          για να γραφτεί η Ιστορία''.

Ήσουν και 'σύ εκεί, δεν έλειψα ούτε 'γώ... κι άλλοι πολλοί... όλοι, όσοι, πιστέψαμε στην αυταπάτη, του ''αλλιώτικου κόσμου'', διψασμένα... σαν τυφλοί, και με αφέλεια αφεθήκαμε, στην απάτη και στη πλάνη
Θα παλεύαμε... λέει, με νύχια και με δόντια, όλοι μαζί, Θα κραυγάζαμε... λέει, όπλα να γίνουν οι κραυγές, όλοι μαζί...
Να εμποδίζαμε τους Δυνατούς.. το πολεμικό τους νέφος, περήφανο κι αυτό, σαν τον πολιτισμό τους, να μην απλώσουν,��������������������������������������������������…

Περιμένοντας τον νέο χρήστη

Εικόνα
Χριστούγεννα του '16
Μόνη έστεκε, χορτασμένη,
στου ορίζοντα τη στρογγυλάδα
του κάδου η σιλουέτα
στον ανηφορικό τον δρόμο.

Ξέχειλος από την απληστία του
δεν μπορούσε πια να δεχτεί
ότι καινούργιο “άχρηστο”
θ' αποχωρίζονταν οι χρήστες.

     Ματιά να την προσέξει,
     ζήτησε μια αντανάκλαση
     που κοντά μου κύλησε,
     μα του παρκαρισμένου η ρόδα
     άκαρδα τη πορεία της φρενάρει.

     Ατίθαση μια πορτοκαλόχρυση
     χριστουγεννιάτικη μπάλα
     είχε ξεφύγει από σωρό στολίδια
     κάποιου χρήστη... άχρηστο πια βιος.

Σακούλες δραπέτες έχασκαν
γύρω του “ξεκοιλιασμένες”,
κάποιοι πήραν ότι τους ενδιέφερε..
ότι απομείνει, το γνωστό θα πάρει
δρόμο της χωματερής.

“Μα, πετάνε τα στολίδια
μες στα Χριστούγεννα ;”,
επίμονη, με βάζει χωρίς λόγο,
να σκεφτώ η απορία.

Από μια ανοιγμένη βαλίτσα
που χωρίς ντροπή έδειχνε
τη ξεφτισμένη ταπετσαρία της,
σκληρή ήρθε η απάντηση...

Στολίδια, ρούχα, αποφάγια,
χωρίς τάξη, μπερδεμένα
κι ορφανά τώρα κουβάρια,
για χρόνια προσεγμένα...

Του εφήμερου…